Γράφει η Ραφαηλία Μπατζή, μέλος της Ε.Ο.Ν. Χαλκιδικής
14 Μαρτίου 1957, 69 χρόνια πριν, η άνω Ελλάδα ανοίγει τις αγκάλες της για να υποδεχθεί τον απόγονο του Λεωνίδα, τον αετό της Μεγαλονήσου Κύπρου μας, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη.
18 ετών πλησιάζει την κρεμάλα, κάνει τον Σταυρό του για να παραδώσει την γενναία του ψυχή στον Χριστό, ως άλλος ένας Εθνομάρτυρας, ως ένας άλλος Ήρωας, αποδεικνύοντας πως ήρωες υπάρχουν ακόμα. Χαιρέτησε τους εκτελεστές του και πάρα τα εμπόδια και τις αντιρρήσεις τους, έψαλλε τον εθνικό ύμνο, ενώ λίγα λεπτά αργότερα με παλμό ψυχής φώναξε: «Γεια σας αδέλφια… Γεια σας λεβέντες… Ελπίζω να ‘μαι ο τελευταίος που εκτελούν… Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη γελαστός, αποφασιστικός και υπερήφανος».
Αυτός είναι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ένα παιδί με την τρέλα του 1821, ένα παιδί με τα ιδανικά αρχαίας Ελλάδας, ένα παιδί με την Πίστη και την αυτοθυσία του Άη Γιώργη και του Άη Δημήτρη. Ένα παιδί σαν όλα τα άλλα, που όμως σαν από την μοίρα, αν υπήρχε μοίρα, διαλεγμένο να γράψει ιστορία. Συγκινεί και συγκλονίζει βαθύτατα το γεγονός που όπως ο ίδιος είπε αλλά και το ‘κάνε ήταν ο τελευταίος που απαγχονίστηκε: «Εγώ θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που απαγχονίζεται».
Ο Ευαγόρας δεν παρασύρθηκε από την Αγγλοκρατία, αλλά θέλησε να την παρασύρει στον γκρεμό μακριά από το νησί του. Ένα παιδί που απ’ τα 15 του εξαιτίας μιας δικής του ανταρσίας, βγήκε στα βουνά, παρατώντας κάθε εφηβική ασχολία, γονείς, αδέλφια, την κοπελιά του , τους φίλους και τους συμμαθητές του, για την Πατρίδα, για την Λευτεριά, για την Ένωση.
Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μας στέλνει μήνυμα. Ναι στέλνει μήνυμα σε όλους εμάς τους νέους, μας κρούει τον κώδωνα, μας κρούει τα σήμαντρα, θέλοντας να κρούσει και να ξυπνήσει μέσα μας, τον πόθο για την Λευτεριά, τον έρωτα προς την Ελλάδα και την λατρεία προς τον Χριστό.
Ο Ευαγόρας θυσίασε και θυσιάστηκε. Εμείς; Σήμερα πολλοί από τους νέους, δεν γνωρίζουν καν το όνομα του, δεν ξέρουν αν η Κύπρος κείτεται μακράν ή όχι για να κρίνουν πράξεις, για να πάρουν καταστάσεις στα χέρια τους, να φωνάξουν, να αγωνιστούν και να σηκώσουν κεφάλι.
Ο Ευαγόρας μάς μιλά. Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος του, μπορεί να απευθύνονται στους συμμαθητές του, αλλά απευθύνονται και σε εμάς χρόνια αργότερα, γιατί η ηρωικότητα θα είναι πάντα επίκαιρη:
«Γεια σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.
Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,
ας πάρει μιαν ανηφοριά,
ας πάρει μονοπάτια,
να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα με’ βρει εκεί».
Μ’ αυτά τα λόγια παροτρύνει και εμάς, να πάρουμε μιαν ανηφοριά, να ψάξουμε δηλαδή για τα ανώτερα, για τα θεία, για τα ιερά, για τα ιδανικά και την πίστη που μας έβγαλαν από την σκλαβιά και που η έλλειψη τους μας οδηγεί και πάλι σε μονοπάτια δουλείας, μα αλλιώτικης, ζοφερής και μ’ αλυσίδες που δεν φαίνονται, αλλά πονούν και πονούν την ψυχή πιότερο απ’ το σώμα.
Ήρθε η ώρα αδέλφια, να βάλουμε μπροστάρη στον αγώνα μας τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, να πάρουμε χάρη απ’ την χάρη του και πίστη απ’ την πίστη του. Για να μυροβλίσουν οι ψυχές μας Χριστό και Ελλάδα. Για να μπορούμε να κοιτάξουμε μια μέρα τον ουρανό με περηφάνια, με αγαλλίαση και με την συνείδηση καθαρή λέγοντας στον εαυτό μας και στα παιδιά μας, πως ότι μπορούσα το ‘κάνα και ας ήταν το πιο μικρό αλλά το ‘κάνα, δεν άφησα την Πατρίδα να χαθεί.
Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, λοιπόν, μας καλεί. Εμείς θα ακούσουμε; Αν δεν ακούσουμε αργά ή γοργά θα σβήσουμε σαν έθνος και σαν ψυχές, αν τον ακούσουμε όμως η Ελλάδα θα αναστηθεί απ’ το χέρι του ίδιου του Κυρίου.
Ώρα να πάρουμε και εμείς μια ανηφοριά…
ΑΘΑΝΑΤΟΣ
